Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Έλα γρήγορα!


Εδώ και 62 χρόνια μπαινοβγαίνω σ'αυτό το,τώρα πια,ρημάδι.Κάθε φορά αντιμέτωπος με την βαριά σιδερένια πόρτα.Με τα περίτεχνα σιδερένια σχέδια και τη χρωματιστή τζαμαρία.Ήταν πολύ περήφανη για το σπιτικό της η μάνα.Ένα απο τα καλύτερα στον ήσυχο δρόμο,λίγο έξω απο την Αθήνα.Εντάξει,δεν είχαμε ακόμα άσφαλτο,σηκωνόταν σκόνη και έπρεπε να "βοηθάει" κι αυτή τις παραδουλεύτρες για να νοιώθει σίγουρη ό,τι όλα γίνονται όπως τα ήθελε και πως το σπίτι θα εντυπωσίαζε με την όψη του τους περαστικούς γείτονες.Την ώρα που έβγαινε απ'έξω με το πανί κι έκλεινε την πόρτα για να την καθαρίσει καθόμουν και χάζευα τις κινήσεις της σαν να κοιτούσα μέσα απο καλειδοσκόπιο.Μπλέ,κόκκινο,πράσινο.Χοντρό τζάμι.Κι αυτή ήξερε πως στεκόμουν απο πίσω και κολλούσε την παλάμη της πάνω για να ανταμώσει τη δικιά μου που αμέσως σήκωνα πρός τα εκεί.

Όταν πια άνοιγε να μπεί ξανά μέσα,ήξερα πως είχε φτάσει η ώρα να ξεχυθώ πρός τη λίμνη,Να βρω τους άλλους.Και πως θα ερχόταν αργότερα να απλώσει το τραπεζομάντηλο κάτω απο μια λεύκα για να διαβάσει το τελευταίο γράμμα του πατέρα.Η κατάσταση όλο και χειροτέρευε εκεί κάτω και σύντομα θα γυρνούσε κι αυτός.Πήγαινα και εγώ και κοιτούσα αλλά δεν μπορούσα να διαβάσω λέξη.Ήταν άλλα γράμματα,άλλα απο'κείνα που μου μάθαιναν εμένα στο σχολείο."Σα φίδια μοιάζουν" της έλεγα.Ερχόταν και η γυναίκα του Κυρίου Μιχάλη κάποιες φορές και καθόταν μαζί μας.Και καλούσαν η μια την άλλη σε τσάι "διά την επομένη".

Η παλάμη μου μεγάλωνε και λίγο πρίν γίνει ίση με τη δική της,άνοιγα μόνος την πόρτα και ξεχυνόμουν με το ποδηλατό μου στην φρεσκοστρωμένη άσφαλτο.Καμιά φορά πιανόμουν απο τα ταξί που περνούσαν μια στο τόσο και πήγαινα τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να δω τους άντρες που έκοβαν τις λεύκες.Η λίμνη ήταν πια για τους μικρότερους.Κάποιος απ'την παρέα,ενώ μου έδινε φωτιά,μου είπε πως την μπάζωσαν κι αυτή πριν μια βδομάδα.Ας είναι.Εξ'άλλου οι δεσποινίδες διαμαρτύρονταν πως δεν είναι σωστό μέρος αυτό για περίπατο και έπειτα σιχαίνονταν τα κουνούπια.

"Μην παρκάρεις εκεί ρε μάστορη",άκουσα ένα απόγευμα αφού επέστρεψα απ'το γραφείο."Θα φύγει κανα μαδέρι απ'τον τέταρτο και θα στο κάνει χαλκομανία".Και γύρισε στη δουλειά του ο άντρας με το παχύ μαύρο μουστάκι.Να κοπανάει τη βαριοπούλα του ανά δυο δευτερόλεπτα.Και με αυτό το ρυθμό υψώθηκαν τα μοντέρνα κτήρια γύρω μας.Και ύστερα ήρθαν κι άλλοι με μουστάκια.Και έφεραν και τις γυναίκες τους με τα μαντήλια στο κεφάλι.Και τα παιδιά τους που όλο ούρλιαζαν.Και ο δρόμος χωρίστηκε στα δυο.Εμείς κι αυτοί.Αυτοί θα έμπαιναν στα σπίτια μας μόνο για να κάνουν κάποιο μαστόρεμα ή για να καθαρίσουν και να πλύνουν.Εμείς δεν πηγαίναμε ποτέ στα δικά τους."Ξιπασμένοι,ψηλομύτες Αθηναίοι" έλεγαν όταν περνούσες ανάμεσα απ'τα πηγαδάκια που σχημάτιζαν στις γωνίες των δρόμων όταν σχολούσαν απ'τις βιοτεχνίες της Βάθειας.

"Μην παρκάρεις εκεί ρε μάστορη".Άκουσα ένα απόγευμα αφού επέστρεψα να δω τη μάνα."Είναι η πόρτα της πυλωτής".Όντως.Και ήταν γεμάτη με κούρσες της σειράς.Στάθηκα μπροστά στην πόρτα και είδα την παλάμη της απο μέσα να ακουμπάει το τζάμι για να στηριχθεί και να τραβήξει το σύρτη με το άλλο.Μου είπε πως οι κυρίες των λίγων σπιτιών σαν το δικό μας,που είχαν διασωθεί απ'τις αντιπαροχές,είχαν αντικατασταθεί απο άλλες "κυρίες".Και πως πια δεν έβγαινε έξω.Αργούσε να διασχίσει το δρόμο και ήταν επικίνδυνο με τόσους φρενοβλαβείς οδηγούς και μη,που κυκλοφορούσαν στην περιοχή.Είχε κάνει σαλόνι την κουζίνα.Είχε μεταφέρει το γραμμοφωνό της,κάποια απ'τα βιβλία και μια φωτογραφία απο το σπίτι της πίσω στην πατρίδα."Το βλέπεις;" με ρώτησε."Ίδιο με τούτο ήταν".Όμως αυτό που συνέβαινε εδώ ήταν χειρότερο για αυτή."Απο κει μας έδιωξαν.Εδώ όμως μας αφήνουν να βλέπουμε την καταστροφή να συνεχίζεται".Έβαλε μπρός το γραμμόφωνο και πήγε και ακούμπησε τα χέρια της για δροσιά πάνω στον μαρμάρινο νεροχύτη κοιτώντας προς την αυλή που πιά ήταν ο πάτος ενός τσιμεντένιου τετράγωνου πηγαδιού του οποίου τα τοιχώματα διακόπτονταν κάθε τόσο απο μικρά παράθυρα.Κουζίνες και τουαλέτες.Ανάμεικτα τοποθετημένες.Καλύτερα πάντως απ'το σαλόνι που ο θόρυβος ήταν πια αβάσταχτος.

Όταν ξαναπήγα,με τύφλωσαν οι σειρήνες.Με τράβηξε απ'το μπράτσο το εγγόνι του οικοδόμου ρωτώντας με αν είμαι ο ιδιοκτήτης.
-Μάλιστα κύριε Αστυνόμε.
-Ξέρετε,είναι σύνηθες το φαινόμενο στην περιοχή.Σπίτια σαν κι αυτό,που έχουν ερημώσει και δεν εμφανίζονται οι ιδιοκτήτες,τα βάζουν στο μάτι και μπαίνουν για να κοιμούνται.Θα ήθελα να έρθετε μαζί μου να δείτε αν λείπει κάτι.
-Το είχαμε αδειάσει το σπίτι μετά το θάνατο της μητέρας μου ξέρετε.Δεν είναι απαραίτητο.
-Όπως νομίζετε κύριε.Αιγύπτιοι ήταν πάντως.Για την ιστορία.Έχει γεμίσει η περιοχή ξένους.
Κοντοστάθηκε για λίγο κοιτώντας το όνομα στο κουδούνι ενώ έσπρωχνα την πόρτα.Το περιστρεφόμενο φως της σειρήνας έπεφτε στο πολύχρωμο τζάμι και έδινε στο χώρο μια σχεδόν εορταστική νότα.
Η ζέστη ήταν αφόρητη εδώ.Πήγα προς την κουζίνα.Δεν είχαμε αδειάσει τίποτα,απλά δεν ήθελα κι άλλους εισβολείς.Και οι συλληφθέντες περιέργως δεν είχαν πάρει τίποτα.Έβαλα μπρός το γραμμόφωνο.Ακούμπησα τα χέρια στον μαρμάρινο νεροχύτη.Οι μυρωδιές,οι φωνές και το τραγούδι ξεχείλιζαν το τσιμεντένιο πηγάδι,απ'του οποίου την κορυφή η Αθήνα απλωνόταν ολόγυρα.Ο πατέρας δεν είχε καταφέρει να γυρίσει.
"Ζαλεμνύ",έγραφε το κουδούνι.Το όνομά της.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.