Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Το Κανονικό


“Γράφε μόνο όταν ξέρεις πώς συνεχίζεται η ιστορία. Θυμήσου πως μπορούν να γραφτούν υπέροχα μυθιστορήματα με λέξεις των είκοσι δολαρίων, αλλά αυτό που αξίζει είναι να μπορείς να τα γράψεις με λέξεις των είκοσι σεντς. ... Μια ράβδωση λιγότερη δεν αλλάζει το δέρμα της τίγρης, αλλά μια λέξη παραπάνω σκοτώνει οποιαδήποτε ιστορία. Η θλίψη γιατρεύεται στα μπαρ˙ ποτέ στη λογοτεχνία”.


Δε χρειάζομαι ασφαλές στατιστικό δείγμα για να καταλάβω ότι ήρθε. Το κατάλαβες από την πρώτη στιγμή, από τον τόνο της φωνής της. Τις προηγούμενες φορές σου είχε χτυπήσει την πόρτα για να σου συστηθεί και να παίξει μαζί σου. Να σε μετρήσει. Τώρα, πιο δυνατή, ήρθε να σε βουλιάξει μαζί της. 
Keep your friends close and your enemies closer. Ναι, αλλά τι γίνεται όταν ο μεγαλύτερος εχθρός σου είναι το κρεβάτι σου τη νύχτα. Από πιτσιρικάς έλεγα πως εκείνη που θέλω δίπλα μου είναι εκείνη που θα με κάνει να κοιμάμαι ήρεμος τα βράδια. Πλέον καταλαβαίνω πως απλά έλεγα μαλακίες για να πείσω τον εαυτό μου πως ξεχώριζα. Δε σου φταίει κανείς αδερφέ αν εσύ κουβαλάς παθογένειες ενός προεφηβικού κόμπλεξ. Και το μαύρο της νύχτας, που σε μεταχειρίζεται περιπαιχτικά ως ένα ανήμερο και ενστικτώδες τριχωτό πλάσμα όπως αφήνεσαι να είσαι, εύκολα θα σκεπάζει τα βράδια σου. 
Το θέμα είναι πως τώρα σου έκλεψε και τη μέρα. Άμεσα, (ακόμη πιο) εύκολα και ανέξοδα. Η παράθεση οιασδήποτε λεπτομέρειας και η όποια προσπάθεια ανάλυσης κρίνεται άκρως περιττή, ως απλά κάποιες παραπάνω άσπρες κηλίδες στο μαύρο φόντο του παρηκμασμένου και ναρκισσιστικού αυτού blog. 

Πάντα μου λέγατε πως αργώ. Η αλήθεια είναι πως έχω μια στρεβλή αίσθηση για το χρόνο που περνά και μαζί για τις επακόλουθες καταστάσεις και εξελίξεις αυτού του περάσματος. Τις αφουγκράζομαι στους δικούς μου, ακατανόητους για πολλούς, ρυθμούς και όσο κι αν γίνονται κτήμα μου, ο άλλος μάλλον δεν το συνειδητοποιεί. Κι εκεί επέρχεται η αποδόμηση όλων των κλισέ, όπως αυτό των γλυκών ελαττωμάτων που προσφέρουν το αλατοπίπερο σε μια σχέση, του χρόνου που γιατρεύει, του “συμβαίνουν αυτά”, του έρωτα που με έρωτα περνάει, του άνδρα που πρέπει να-κυνηγάει-να-διεκδικεί-και-να-δίνει-χώρο, της αβάσταχτης ελαφρότητας του είμαι. Ένας μαλάκας είμαι. 
Και μάλιστα ένας μαλάκας που κατάφερε να αντικαταστήσει ολοκληρωτικά το στομάχι του με έναν κόμπο. Έπειτα από διάφορες εθελούσιες, τραβηγμένες, άκαρπες και πάντα ανούσιες προσπάθειες, κατόρθωσες να σου εγκατασταθεί από μόνος του. Πολλά μπράβο. Σε ξεπέζεψε ευγενικά από το μονόκερο που καβαλούσες καλπάζοντας προς την ικανοποίηση που προσφέρει η ματαιοδοξία μιας ψεύτικης και ελεγχόμενης αυτοκαταστροφής και την έκανες να σε οδηγήσει άθελα της στην πραγματική τέτοια. 

Κε Χέμινγουεϊ: φυλάω αυτό το απόφθεγμα σας από πιτσιρικάς, έχοντας υποσχεθεί στον εαυτό μου να το κάνω οδηγό όταν έρθει η ώρα να γράψω το θρυλούμενο μυθιστόρημα που μου επιφυλάσσει το δήθεν ταλέντο μου. Σε μια απεγνωσμένη και συνειδητά λανθασμένη προσπάθεια να διασώσω κάτι για κάποια αποφάσισα να αποδομήσω με τη σειρά μου αυτό το δικό σας “πολύτιμο” κάτι που κάποτε είχα διαβάσει, παραβαίνοντας προκλητικά όλες τις πτυχές του. 
Όχι, δεν ξέρω τη συνέχεια της ιστορίας. Δεν ξέρω καν αν αυτή είναι δική μου ιστορία. Τη συνέχεια μπορεί να τη γράψει ο χρόνος, ο οποίος ουδέποτε ήταν σύμμαχος μου. Ποιος ξέρει, μπορεί κιόλας να την αφηγηθεί με φθηνότερες λέξεις. Εγώ φοράω τα γυαλισμένα λουστρίνια μου όταν κάθομαι στο πληκτρολόγιο και ξοδεύω σπάταλα τις ακριβές δικές μου τραυματίζοντας την ιστορία μου. Δεν την σκοτώνω όμως. 
Κε Χέμινγουεϊ, δεν προσπαθώ να γιατρέψω τη θλίψη μου μέσα από πρόχειρα υποκατάστατα της λογοτεχνίας. Γράφω μήπως και κάνω τους δείκτες του ρολογιού να κυλήσουν. Μάθετε όμως πως υπάρχει η φορά εκείνη που η θλίψη έρχεται απρόσκλητη και αποφασισμένη και τότε ούτε το αλκοόλ μπορεί να επιτελέσει το σκοπό του. 
Ναι, es la falta de amor la que llena los bares. Όμως, φιλαράκο μου, τα βαρεθήκαμε πια τα μπαρ. 
Κε Χέμινγουεϊ, είστε μαλάκας.