Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Το κλασσικό εορταστικό άρθρο.

Η άκρη αυτή της πεδιάδας που χαϊδευόταν πάνω στον λόφο που έχτιζαν τα σκουπίδια του πολιτισμού λουζόταν απο τον Δεκεμβριανό ήλιο. Απο πουθενά δεν έρχονταν τα χριστούγεννα. Μόνο σκέφτηκε τους φίλους του κάτω απο το μεγάλο δέντρο μια Καθαρά Δευτέρα να τρώνε λαγάνα και να πετάνε χαρταετό. Κοίταξε απο τον κεντρικό του καθρέφτη και είδε τον μαύρο καπνό να ανεβαίνει σε ευθεία. Ακριβώς μπροστά απο αυτό που άλλοι λένε φαβέλλα, άλλοι παραγκούπολη. Ο δρόμος μπροστά ήταν λουκούμι για το τερατώδες τζίπ που άλλοτε οδηγούσε μέσα σε μακρυνά βουνά και δάση. Ο ήλιος τον τύφλωσε.
Η ανηφόρα γεμάτη βράχια.Συνέχισε όμως με εκείνο το πείσμα που μόνο οι ηλίθιοι ή οι πολλοί τολμηροί κατέχουν. Ο συνοδηγός του, ένας πρώην διευθυντής εργοστασίου πίσω στη Σοβιετική Ένωση, σταυροκοπήθηκε όταν πέρασαν ένα απο εκείνα τα τενεκεδένια εκκλησάκια που υποδεικνύουν τον τόπο θανάτου ή σωτηρίας κάποιου καλού Χριστιανού.
-Λες να το βρούμε;
-Ιιιι,ποιος ξιέρει μπλιατ.
Ησυχία πάλι. Η βενζίνη τελείωνε. Και ο δρόμος που ακολουθούσαν. Σε λίγο έφτασαν στο διάσελο και η Αθήνα πρόβαλλε μες στην ασφάλεια του παγωμένου πρωινού. Που όλοι κάθονται λόγω αργιών και πίνουν αχνιστό καφέ κοντά σε κάποιο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ή τουλάχιστον έτσι ήταν κάποτε.
Ξανακοίταξε απο τον κεντρικό καθρέφτη. Πόσο καλά είχε κρυφτεί η ασχήμια. Τα παγερά και μουντά κτήρια. Τα νυσταγμένα πρωινά αυτών που τώρα εφορμούσαν στα εμπορικά κέντρα. Οι Ρομά που κάποιοι νομίζουν  πως όλοι είναι εγγόνια του Παϊτέρη. Οι Έλληνες επιχειρηματίες, γελάει ο όρος. Η γριά πουτάνα που διαλέγει πελάτες ανάλογα με την καμπίνα της νταλίκας που οδηγεί. Οι μετανάστες, νόμιμοι και παράνομοι. Τα σκοτωμένα σκυλιά που φούσκωναν στις άκρες των δρόμων. Οι γκομενίτσες που ζούσαν τη ζωή μιας ντίβας οδηγώντας το χιλιαράκι τους, ανάμεσα απο πλήθος αρρενωπών μαστόρων, για να πάνε να σηκώνουν τηλέφωνα σε κάποιο βρωμιάρικο γραφείο. Κι αυτός.
Τί καλά που έκρυβε τη μισή ζωή του εδώ. Αυτός που ήταν μια φωνή στην άλλη άκρη ενός ακουστικού. Που στεκόταν στις ουρές της τράπεζας για λίγο, μέχρι ο διευθυντής να τον πάρει κατ' ιδίαν στο γραφείο για να "μην περιμένετε Κύριε όρθιος". Αυτός που έβλεπε το λαό να προσπαθεί να αποτινάξει τη ρετσινιά των υπερχρεωμένων νοικοκυριών απο πάνω του πληρώνοντας δόσεις των 15 ευρώ. Έριχνε τις τρείς δεσμίδες στην εσωτερική τσέπη του και έπαιρνε καφέ γελώντας σαν σταρ του σινεμά στην πιτσιρίκα Ρωσοπόντια που φορούσε πάντα την μαύρη ποδιά.
Έφτασαν στο παλιό νταμάρι.Δεν είχε νόημα να πάνε πιο πέρα για αυτό που έψαχναν. Κοιτάχτηκαν.
Το τηλέφωνο θα χτυπούσε σε λίγο για να φέρει την είδηση της ανεύρεσης απο κάποιον Γιώργο, που πέτυχαν κάτω απο εκείνο το δέντρο. Μόνο που δεν ήταν φίλος του, έγινε για μια ώρα. Ούτε πετούσε χαρταετό ενώ η κοπέλα του καθόταν πάνω σε κάποιο καρώ τραπεζομάντηλο ανοίγωντας κονσέρβες με σαρακοστιανά.
Ίσως δεν έπρεπε να κάνει αναστροφή και να πάει να το παραλάβει. Ούτε να κατηφορίσει πρός την πόλη. Μόνο να συνέχιζε εκείνον τον χωματόδρομο. Ίσως ήταν και η τελευταία ευκαιρία για τον συνοδηγό του. Κι αν τελείωνε η βενζίνη; Θα περπατούσε μέχρι να ξεκουραστεί. Μέχρι να έφτανε σε κάποιο ξέφωτο. Ή σε ένα μικρό χωριό. Ή κάποια άλλη πόλη. Που όλοι οι κάτοικοι θα είχαν φτάσει με τον ίδιο τρόπο. Παρακινημένοι απο την βαρεμάρα της καθημερινότητας που δέχτηκαν για λίγο να ζήσουν.


Εναλλακτικά.
http://www.youtube.com/watch?v=_b8LL81VPJ8


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.